Μίκης Θεοδωράκης, ο αιώνιος έφηβος των 95 ετών…

Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σήμερα, 29 Ιουλίου 2020, γίνεται 95 ετών ο γίγας Μίκης Θεοδωράκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες του 20ου αιώνα, με ανυπολόγιστη προσφορά στον Πολιτισμό, την Ελευθερία, την Ειρήνη και τη Δημοκρατία και όχι μόνο. Το έργο του Μίκη είναι μοναδικό και πρωτότυπο, ανεπανάληπτο και αξεπέραστο, επιτυγχάνοντας να εντυπωθεί  στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο Μίκης έχει ακολουθήσει μια πορεία πέρα από κάθε φαντασία. Ακόμα και ως μυθιστορηματική να χαρακτηριστεί, πάλι θα απέχει έτη φωτός από την απίστευτη πραγματικότητα.

Ίσως να θεωρηθούν υπερβολικά τα γραφόμενά μου αλλά κατάφερε να παράγει τόσο μεγάλης ποσότητας και υψηλής ποιότητας έργο το οποίο μοιάζει ανεξάντλητο και αστείρευτο. Ακόμα και για έναν εμβριθή μελετητή είναι υπερβολικά δυσχερές να το ερευνήσει σε όλο του το βάθος. Εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι παρόλο που υπάρχουν εκατοντάδες πασίγνωστα τραγούδια (των οποίων η παράθεση ξεφεύγει από το θέμα του παρόντος σύντομου άρθρου) του Μίκη, το πολύ μεγαλύτερο μέρος του έργου του παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό, ειδικά το κομμάτι που σχετίζεται με τη συμφωνική του μουσική.

Ο Μίκης με όλα τα βιώματά του (Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, Δικτατορία, Μεταπολίτευση, κ.α.) και ακούσματά του συν, βεβαίως, το ασύγκριτο ταλέντο του,  κατάφερε να θαυματουργήσει. Οικοδόμησε έναν μουσικό κόσμο στον οποίο συνυπάρχουν η αρχαία τραγωδία, το βυζαντινό μέλος, το δημοτικό και λαϊκό τραγούδι, η συμφωνική μουσική και τα εκκλησιαστικά ορατόρια. Αυτός ο κόσμος δίνει ένα πανανθρώπινο και ελπιδοφόρο μήνυμα με τόσο μεγάλη έκταση και ένταση που είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Η μουσική του δεν εξέφρασε μόνο την εποχή της αλλά ταξιδεύει στο χρόνο και είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει νέους ακροατές παρά την πολεμική που δέχεται εδώ και έξι τουλάχιστον δεκαετίες, ο μεγάλος μουσουργός. Ο Μίκης ποτέ δεν ησύχασε. Πάντοτε πάλεψε και παλεύει, αγωνίζεται και μάχεται για τα «πιστεύω» του και για έναν αληθινά καλύτερο κόσμο. Κατά συνέπεια, δεν διαχώρισε ποτέ την πολιτική από τη μουσική αφού οι πολιτικές καταστάσεις επηρέαζαν τον ψυχικό του κόσμο οδηγώντας τον στο να γράψει τα αριστουργηματικά έργα του. Έδωσε έναν πολυμέτωπο αγώνα τον οποίο δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τα τελευταία έτη, αποδεικνύοντας πρωτοφανή και αξιοθαύμαστη συνέπεια.

Όπως έχει αναφερθεί κατ’ επανάληψη, πέτυχε τη σύζευξη ποίησης και μουσικής σε έναν ύψιστο βαθμό και με έναν μοναδικό τρόπο που έγινε κτήμα του Ελληνικού λαού και, στη συνέχεια, μεταλαμπαδεύτηκε και σε πολλά μέρη του πλανήτη. Χάραξε έναν νέο δρόμο και αποτελεί το βασικότερο πυλώνα του Νεοελληνικού τραγουδιού μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι. Στο παρελθόν έχουμε κάνει πολλά αφιερώματα σε μεμονωμένα έργα του Μίκη (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη, Άξιον Εστί, Το Τραγούδι του νεκρού αδελφού, κ.α.) και σίγουρα θα ακολουθήσουν πολλά ακόμα.

Όμως, όσα αφιερώματα κι αν γράψουμε, όσα λόγια κι αν πούμε, ποτέ  δεν θα είναι αρκετά για να αποδώσουν παρά ένα ελάχιστο μέρος από την εκτυφλωτική λάμψη της ακτινοβολίας της προσωπικότητας και του έργου του. Ο Μίκης μπορεί να είναι παγκοσμίως γνωστός αλλά πάνω απ’ όλα είναι ο Μίκης των Ελλήνων. Για την πατρίδα μας και το μαχόμενο Ελληνικό λαό έδωσε αρχικά τους τιτάνιους αγώνες του αντιμετωπίζοντας δυσυπέρβλητα εμπόδια που θα είχαν κάμψει το φρόνημα οποιουδήποτε άλλου συνθέτη. Οι δίσκοι του, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, γνώρισαν τεράστια επιτυχία αλλά το επίσημο κράτος και, φυσικά, το παρακράτος της εποχής κυνηγούσαν τον αλύγιστο αγωνιστή της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας προσπαθώντας λυσσαλέα να εμποδίσουν την εξάπλωση του έργου του. Επίσης, ήταν ο πρώτος που διοργάνωσε λαϊκές συναυλίες, από τις αρχές του 1960, στη χώρα μας ερχόμενος σε άμεση επαφή με τον κόσμο με αποτέλεσμα να προκαλέσει ένα, μέχρι τότε, αδιανόητο φαινόμενο: δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να τραγουδούν τη μουσική του με ασύλληπτο πάθος και φοβερή ένταση μέσα σε ένα κλίμα μυσταγωγίας και συγκίνησης. Με τις συναυλίες του κατά τη διάρκεια της επταετίας γνωστοποίησε το ελληνικό ζήτημα σε όλη την υφήλιο και έγινε ο κυριότερος εκφραστής των αιτημάτων του Ελληνικού λαού καθώς και όλων των αγωνιζόμενων λαών του πλανήτη. Η επιστροφή του στη χώρα μας το 1974 έφερε ένα κύμα πολλών συναυλιών με τα μαγικά τραγούδια του αλλά οι Ελληνικές Κυβερνήσεις σχεδόν πάντοτε αντιμετώπιζαν έκτοτε με δυσπιστία και με εχθρότητα τον Μίκη. Τα χρόνια της δεκαετίας του 1980 έγινε ξεκάθαρη προσπάθεια να τεθεί στο περιθώριο η μουσική του αλλά κάτι τέτοιο κατέστη αδύνατο γιατί απλούστατα η μουσική του Μίκη είναι κτήμα του Ελληνικού λαού, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καρδιάς και του μυαλού του Έλληνα.

Πάμπολλες μορφές του πνεύματος και της διανόησης από όλο τον κόσμο έχουν εκφραστεί με δέος και απέραντο θαυμασμό για τον κολοσσιαίο Μίκη μας, με λόγια που δείχνουν το σεβασμό και την εκτίμηση προς το πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου δημιουργού. Ίσως, όμως, τα λεγόμενα του Γιάννη Ρίτσου στον πρόλογο του βιβλίου του Μίκη «Μαχόμενη κουλτούρα» (Νοέμβρης 1982)  να είναι τα πλέον χαρακτηριστικά, όπου είχε γράψει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Μίκης Θεοδωράκης: ο πολυτάλαντος, ο πολυδιάστατος, ο πολυσύνθετος, ο πολυδύναμος …… Ο Μίκης, στον οραματικό δυναμισμό του, έχει κάτι από τον Σικελιανό και τον Μαγιακόβσκι, απ’ τον Ουγκό και τον Μπετόβεν. Ούτε στιγμή δεν θα βρούμε τον Μίκη σε χαλάρωση. Πάντα σε έξαρση. Ένας παλαιστής. Ένας ακάματος αγωνιστής. Φλέβες, νεύρα, μυώνες του, αισθήσεις του, σε υπερένταση. Όλος μια τεντωμένη χορδή αέναα παλλόμενη, αδιάκοπα ανταποκρινόμενη και στο πιο ανεπαίσθητο νεύμα της Ιστορίας, σε κάθε νεύμα από το «μέσα» του κόσμου. Ας μη νομιστεί ότι επιχειρώ να δώσω ένα υποτυπώδες έστω πορτραίτο του Μίκη. Ούτε την πρόθεση ούτε την ικανότητα έχω. Ο δημιουργικός του «φανατισμός» είναι τέτοιος που δεν χωράει σε χαρακτηρισμούς και σχήματα… Ένα άλλο, ιδιαίτερα τιμητικό κεφάλαιο της προσωπικότητας του Θεοδωράκη είναι η προσφορά του στην ποίηση, πού, με τη μουσική του, την έβγαλε από τις σκοτεινές, βαρύθυμες βιβλιοθήκες, την έβγαλε στον καθαρό αέρα και την έφερε ως το τραπέζι του λαού, πλάι στο ποτήρι του και το ψωμί του. Μα τι να πρωτοπεί κανείς για τον Μίκη: Τι να πρωτοπεί; Ένα ακατάπαυστο μονάχα χειροκρότημα κι ένα μεγάλο Γεια σου Μίκη».

Οπότε, μετά τα διθυραμβικά σχόλια του ποιητή της Ρωμιοσύνης, οτιδήποτε άλλο θα φαντάζει πολύ φτωχό στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε το μεγαλείο του Μίκη. Εμείς δεν έχουμε παρά να πούμε ένα τεράστιο ευχαριστώ για όσα απείρου κάλλους αριστουργήματα μας έχει δώσει και να εκφράσουμε την παντοτινή μας ευγνωμοσύνη που ομόρφυνε τις ζωές μας σε τέτοιο βαθμό.

                                    Χρόνια πολλά και καλά, Μίκη!


Σχόλια