Ετικέτες

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ, ΜΕΡΟΣ 4ο

ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ, ΜΕΡΟΣ 4ο
Σελίδες: 109 - 141, Εκδόσεις Παπαζήση
Ημερομηνία έκδοσης: Νοέμβριος 1976


Η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ

Στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στη Μόσχα, στα 1957, συμμετείχα στο διαγωνισμό συμφωνικής μουσικής. Μαζί με άλλους 300 συνθέτες από όλο τον κόσμο. Η Επιτροπή που θα έδινε τα βραβεία αποτελέσθηκε από συνθέτες από όλο τον κόσμο. Πρόεδρός της ήταν ο Δημήτρης Σοστάκοβιτς.

Το έργο που υπέβαλα, η “Πρώτη Σουίτα για ορχήστρα και πιάνο”, πήρε το Πρώτο Βραβείο. Εκτός από το χρυσό μετάλλιο, στον κανονισμό του διαγωνισμού αναφερόταν ότι το βραβευμένο έργο θα παιζόταν από τη Συμφωνική της Μόσχας, θα γινόταν δίσκος και θα τυπωνόταν. Ύστερα από λίγο καιρό έλαβα γράμμα από τη Μόσχα – στα ρωσικά, φυσικά. Έτρεξα στον ρωσομαθή φίλο καθηγητή Νίκο Σβορώνο. Μου λέει: “Βλέπω πολλά νιέτ”... Πράγματι, κάποιος Σοβιετικός αρμόδιος μου έγραφε: “Η αρμόδια Κρατική (σοβιετική) Επιτροπή έκρινε ότι το έργο σας είναι επηρεασμένο από τον τυπικό φορμαλισμό και δεν είναι κατάλληλο για το σοβιετικό κοινό. Γι' αυτό το λόγο, δεν πρόκειται ούτε να παιχτεί δημόσια, ούτε να γίνει δίσκος”.


Μέσα στο πλοίο που μα πήγαινε από τη Γαλλία στο Λένινγκραντ, βρέθηκα στη γέφυρα πλάι στον Μωρίς Τορέζ. Όταν του μίλησα για την ελληνική Αντίσταση, τον είδα να κλαίει. Καμιά πονηρή επιτροπή δεν μπορούσε να σταματήσει την ορμή της ψυχής μας. Την αταλάντευτη πίστη μας. Είμαστε η γενιά των αετών. Μ' αυτή την ευθύνη προσπάθησα να μεταδώσω στην Παγκόσμια Νεολαία, το μήνυμα της ελληνικής νεολαίας:

Ανεξάρτητα από πολιτική και ιδεολογική αντίληψη, ανεξάρτητα από ηπείρους και ράτσες και πάνω από διαφορές και προκαταλήψεις, υπάρχει και θριαμβεύει αυτό το κοινό αίσθημα δύναμης και ευθύνης, που ενώνει τη γενιά μας.

Είναι η γενιά που γεννήθηκε μέσα στον πόλεμο, που πάλεψε μέσα στην κατοχή, που ανδρώθηκε μέσα στην καθημερινή πάλη για την κατάκτηση μιας ζωής με ανθρωπιά, μιας απλής κι ευτυχισμένης ζωής, δίχως στερήσεις, φόβους και πολέμους.

Η γενιά μας δεν έχει τις αυταπάτες, ούτε τα χιμαιρικά όνειρα των νέων του Μεσοπολέμου, που αφέθηκαν άβουλοι κι αδύναμοι στο ρεύμα του φασισμού, για να οδηγηθούν αργότερα στο σφαγείο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Εμείς καθαρίσαμε την όρασή μας μια για πάντα κι αποφασίσαμε να βλέπουμε κατάματα τη ζωή. Έτσι ανακαλύψαμε πως μέσα στην απλότητά μας αποτελούμε μια τεράστια ηθική δύναμη, ένα χαλύβδινο τείχος, που όσο θα κρατιέται ψηλά και στέρεα είναι ικανό να αναχαιτίσει και να σπάσει κάθε δύναμη, και την πιο εκπληκτική, που θα προσπαθούσε στο όνομα όποιας ιδεολογίας ή συμφέροντος να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην καταστροφή, στο αίμα και στο σκοτάδι.

Δεν έχουμε όπλα, δεν έχουμε βόμβες, κανόνια και τανκς, δεν έχουμε καμία ιδιαίτερη οργάνωση, δεν έχουμε συγκεκριμένες ιδεολογίες είτε πολιτικές κατευθύνσεις. Η δύναμή μας είναι ηθική.

Η δύναμή μας είναι η θέλησή μας να ζήσουμε με ευθύνη, με χαρά, με αγάπη, με συναδέλφωση και συνεργασία μ' όλους τους λαούς και να λύσουμε τις διαφορές μας, όταν υπάρχουν, με κατανόηση και καλή θέληση.

Η δύναμή μας ακόμα είναι τα νιάτα μας, που πλάι στον ενθουσιασμό, στην τόλμη και στη δίψα για δημιουργική εργασία, ξεχωρίζουν για την ωριμότητα της σκέψης και τη δύναμη του χαρακτήρα.

Είμαστε ένας απέραντος, βαθύς ποταμός, που διαρκώς βαθαίνει, που αδιάκοπα πλαταίνει και πλουτίζει καθώς προχωρεί προς αυτή την ατελείωτη, την πλατιά θάλασσα, που είναι η παγκόσμια ειρήνη, ξάστερη, στέρεη, τελειωτική.

Μέσα σ' αυτό το ξύπνημα, αυτό το μέστωμα και αυτή τη δυνατή συνείδηση για ευθύνες και υποχρεώσεις, η ελληνική νεολαία είναι δυναμωμένη απ' αυτά τα ίδια τα δράματα της φρίκης, της αγωνίας και της καταστροφής, που την κράτησαν έξω από τα περιθώρια της ζωής. Ζήσαμε όλα αυτά τα χρόνια αγκαλιά με τον πόλεμο, με τη στέρηση, την πείνα και τον φόβο. Μας οδήγησαν σε θαλάμους βασανιστηρίων και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να τσακίσουν τις καρδιές μας, μας μπόλιασαν με την αγωνία και μας έριξαν στη σφαγή και την αλληλοσφαγή για να σβήσουν τα όνειρά μας και να λυγίσουν τη θέλησή μας. Μας στέρησαν τη χαρά της ζωής, τη χαρά της δημιουργίας, μας στέρησαν το δικαίωμα της χαράς, το δικαίωμα της αγάπης.

Η ελληνική νεολαία, δίχως διάκριση, σύσσωμη σήκωσε πάνω στις πλάτες της, πάνω στα νεύρα της, πάνω στην καρδιά της αυτόν τον μαύρο εφιάλτη που, είτε τον πεις κατοχή και πόλεμο είτε τον πεις σφαγή και μίσος, είναι το ίδιο ξένος στη ζωή που προχωρεί και θριαμβεύει μέσα από τη χαρούμενη και ειρηνική δουλειά και δημιουργία.

Όμως, μέσα σ' αυτή την πάλη και την αγωνία στεριώσαμε τον χαρακτήρα μας. Καθαρίσαμε τη σκέψη μας, φτιάξαμε το πρόσωπό μας. Ένα πρόσωπο απαλλαγμένο από αυταπάτες, απλό και τίμιο, που διεκδικεί αυτό το απλό και τίμιο δικαίωμα για ζωή.

Μια πρώτη συνέπεια, μέσα σ' αυτή τη γενική διάταξη των σχέσεων και των δυνάμεων, είναι η συνείδηση, ιδιαίτερα δυνατή για μας τους Έλληνες, ότι το στερέωμα της Ειρήνης μπορεί να κατακτηθεί μόνο με την παγκόσμια συνεργασία. Ο κάθε κρίκος προσθέτει το βάρος του και παίρνει τη δύναμη όλων των υπόλοιπων κρίκων της καταπληκτικής αυτής αλυσίδας, που είναι το σύνολο των λαών, δίχως εξαίρεση.

Έτσι ενωμένοι μέσα σ' αυτή την παγκόσμια συνεργασία δεν βοηθούμε μόνο στην στερέωση της ειρήνης, προσφέρουμε στον εαυτό μας το μοναδικό μέσο για προχώρημα και ανάπτυξη σε όλους τους τομείς του πνεύματος και της τέχνης, που έμειναν ατροφικοί μέσα στα χρόνια της καταστροφής.

Η θέση του νεοέλληνα καλλιτέχνη παίρνει ένα ιδιαίτερο νόημα και σημασία μέσα σ' αυτό το σχήμα. Πρέπει να γίνει με το έργο του και το παράδειγμά του ο ένθερμος απόστολος της ειρήνης, της συνεργασίας και της φιλίας ανάμεσα σ' όλους τους λαούς.

Η νεολαία όλου του κόσμου δείχνει σήμερα, με τρόπο επιβλητικό, δυναμικό, ότι συνειδητοποίησε τη δύναμή της, με τη συμβολή της και το βάρος της στη ζυγαριά της ειρήνης και του πολέμου.

Με μια χειρονομία γιγαντιαία διαγράφει πάνω από όλους τους ουρανούς του κόσμου την απόφασή της να ρίξει όλο της το βάρος από τη μεριά της ειρήνης. Είπε : Θέλω ειρήνη. Και θα γίνει ειρήνη.

Αυτό είναι το σύμβολο που στο μέλλον θα ταράζει τον ύπνο όλων εκείνων που ακόμα μαγειρεύουν στα σκοτεινά ένα νέο σφαγείο. Και, ακόμα, είναι ορόσημο γιατί, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η δύναμη των απλών ανθρώπων, και ιδιαίτερα των νέων, μπήκε με τόση συνέπεια και αποφασιστικότητα μέσα στις συνισταμένες που συνθέτουν την πορεία της ίδιας της ιστορίας.

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Έλεγα κάποτε πως μπαίνω μέσα στο στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα, όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως, για ποιό λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της δυτικής τέχνης, που μάθαμε στα ωδεία, ήταν κλειστός, δίχως διέξοδο. Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούργιους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν γεμάτες μουσική από νάυλον.

Και όμως εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμη ζωντανή.

Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία, όμως, είναι πως τα κλασσικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα, που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επιπλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά ( και όχι μόνο μουσικά) με το λαό και την εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασσικές περιόδους της τέχνης.

Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε, φυσικά, πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, διαπαιδαγωγικούς και κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό τραγούδι μας κάνει να θυμούμαστε.

Αυτή ακριβώς “τη μνήμη του λαού μου”, όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.

Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα. Το ευτύχημα είναι για μένα που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που θα έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός, που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω το δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται Άξιον Εστί.

Ο “Επιτάφιος”, το “Αρχιπέλαγος”, η “Πολιτεία” και αργότερα το “Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού” ήσαν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα 'λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού.

Όμως, παράλληλα, έχοντας μακροπρόθεσμο στόχο μου τη δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής.

Οι “Λιποτάκτες” και αργότερα τα “Επιφάνια”, ήταν γυμνάσματα αυτού του είδους, ωσότου γνώρισα το “Άξιον Εστί” του Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της Θεάς Τύχης να βρεθώ μπροστά σ' αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του.

Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλα. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματιστούν, δίχως, δυστυχώς, να μπορώ να τους εξηγήσω “λογικά” τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σ' ένα γόνιμο χάος.

Ο ταχυδρόμος της οδού Ντε λα Φονταίν ω Ρουά στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3μ.μ. ήταν νομίζω άνοιξη του '61 που έλαβα το “Άξιον Εστί”, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Τη Γένεση και τα Πάθη.

Θέλω μ' αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το “χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο” για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων. Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου στο λαϊκό τραγούδι, μου πρόσφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ' αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.

Το πρόβλημα ήταν να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μουσικές μορφές της λαϊκής μουσικής, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα, είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο), είτε από τη χορωδία. Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική, με τη συνείδηση θα 'λεγα του αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.

“Στο διάβολο”, είπα, “και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνες και δροσοσταλίδες, χορεύοντας με το ρωμέϊκο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της Ρωμιοσύνης”.

Στην εισαγωγή του έργου χρησιμοποίησα την τελευταία τεχνική της συμφωνικής μου περιόδου. Το ποιητικό κείμενο του Ελύτη άρχιζε με τις λέξεις : “Τότε είπε και γεννήθηκε η θάλασσα”. Για να τονίσω αυτή τη Γένεση, δημιούργησα – σε όσο πιο σύντομη χρονική διάρκεια μου ήταν δυνατό – τη μουσική αίσθηση του Χάους.

Ήταν αυτό ακόμα μια συμβολική για μένα χειρονομία. Σα να 'λεγα:

“Βρισκόμουν μέσα στο χάος της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής και τώρα μέσα απ' αυτό το χάος οδηγούμαι προς τη Γένεση ενός νέου μουσικού κόσμου”.

Πράγματι, από την είσοδο του ψάλτη και της χορωδίας (με το χαρακτηριστικό βυζαντινό ισοκράτη) θα πάσχιζα να δημιουργήσω αυτόν τον ηχητικό κόσμο, που αργότερα θα αποκαλούσα μετασυμφωνικό.

Όμως σπεύδω να τονίσω εδώ ότι δε θεώρησα ποτέ αυτή την προσπάθειά μου ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, αλλά μονάχα ένα πρώτο βήμα.

Ας το αναλύσουμε.

Πρώτ' απ' όλα, υπάρχει η ρωμαλέα παρουσία του ποιητικού κειμένου με όλες τις συγκεκριμένες ιδέες και οραματισμούς και με “τη διαδοχή των στοχασμών και των κινημάτων της ψυχής”, την αναδίπλωση και τη σύγκρουση των παθών και την πλήρη ροή μιας πράξης, έτσι που να προσφέρει στο λαϊκό ακροατήριο μια στέρεη βάση για να συνενωθεί άμεσα και δημιουργικά μαζί του. Ειδικότερα στο “Άξιον Εστί”, βιβλίο του ελληνικού έθνους, ο Λόγος του Ποιητή είναι Λόγος του Λαού. Η Μνήμη του, δική του Μνήμη. Ο ίδιος ο λαός είναι ο δημιουργός των γεγονότων που εμπνέουν τον ποιητή. Τα Πάθη του, δικά του Πάθη. Και τα Δοξαστικά δικά του!

Υπάρχει έτσι πλήρης και απόλυτη ταύτιση ανάμεσα στο ποιητικό περιεχόμενο και το λαό – δημιουργό αυτού του περιεχομένου. Το ποιητικό κείμενο κυκλοφορεί στις φλέβες αυτού του λαού γιατί είναι βγαλμένο μέσα απ' αυτές τις ίδιες φλέβες. Το “Άξιον Εστί” είναι ακόμα καθρέφτης, που ο λαός μας βλέπει μέσα του το ιστορικό του πρόσωπο. Κι αυτό αποτελεί το πρώτο βασικό γνώρισμα για κάθε ζωντανή και επομένως αληθινή και μεγάλη τέχνη.

Από κει και πέρα, το έργο του συνθέτη γίνεται εύκολο, υπό τον όρο ότι δεν θα προδώσει τον ποιητή. Και ότι η μουσική θα παρακολουθήσει, θα υπηρετήσει, θα σχολιάσει και κάποτε, αν το μπορεί, θα προεκτείνει την ποίηση. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Στο “Άξιον Εστί” υπάρχουν πέντε “χορικά” - λαϊκά τραγούδια. Μένοντας βασικά πιστός στην παράδοση, προσπάθησα να δώσω μια νέα διάσταση στηριζόμενος στη μελωδική φράση και επεκτείνοντας την αρμονική γλώσσα, πέρα από τα γνωστά πλαίσια της παραδοσιακής λαϊκής μας μουσικής. Έτσι το λαϊκό μας τραγούδι περνάει σε ένα διαφορετικό επίπεδο (πολύ συγγενικό, εξάλλου, με κείνο που υπάρχει λ.χ. στα “Επιφάνια” ή στη “Ρωμιοσύνη”). Η ανάλυση της μελωδίας σ' αυτά τα “χορικά” δείχνει τις μελωδικές δυνατότητες που εμπεριέχει ο κόσμος της λαϊκής μας μουσικής, δυνατότητες που προσπάθησα να εκμαιεύσω σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος στα έργα της τελευταίας μου συνθετικής περιόδου (1967-74).

επομένως, αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάτι καινούργιο στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής – όπως τη μεταχειρίζομαι στο “Άξιον Εστί” - αυτό θα πρέπει να αναζητηθεί στην εσωτερική προέκταση των μελωδικών (και σε δεύτερη μοίρα αρμονικών) δυνατοτήτων του λαϊκού μας τραγουδιού.

Σε συνέχεια, πλάι στο λαϊκό τραγουδιστή, προσθέτω την χορωδία και πλάι στη λαϊκή ορχήστρα τα συμφωνικά όργανα. Βέβαια, στο σημείο αυτό (δηλαδή στα χορικά), ο ρόλος αυτών των τελευταίων (των συμφωνικών οργάνων) είναι ασήμαντος. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη χορωδία, όπου η σημασία της μέσα στην όλη οικονομία του χορικού μπορεί να εξομοιωθεί με τη σημασία του λαϊκού τραγουδιστή. Δηλαδή, έχουμε ένα διάλογο ανάμεσα στον Κορυφαίο και στο Χορό, πράγμα που δεν συμβαίνει στο παραδοσιακό μας λαϊκό τραγούδι και που αναμφισβήτητα προσφέρει μια ακόμα καινούργια διάσταση στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Όμως, πριν προχωρήσω στην παραπέρα παράθεση των επιμέρους στοιχείων, νομίζω ότι είναι αναγκαίο να δώσω ανάγλυφη την όλη δομή του έργου. Αυτό θα μας βοηθήσει να δούμε σφαιρικά τη φόρμα του και να κατανοήσουμε καλύτερα τις αναλογίες του έργου.

Τα Πάθη. Ας ρίξουμε μια ματιά τώρα στα μέρη που αποκαλούμε ενδεικτικά “ύμνους”. Έχουμε δυο διαφορετικές τεχνοτροπίες:

α) Οι ύμνοι : “Τότε είπε”, “Τα θεμέλιά μου” και “Ναοί”.

β) Οι ύμνοι : “Ιδού εγώ” και “Σε χώρα μακρινή”.

Στην πρώτη κατηγορία, το μουσικό υλικό ανήκει στον κόσμο της βυζαντινής και δημοτικής μας μουσικής. Στη δεύτερη, υπάρχουν ακόμα έκδηλα τα στοιχεία από την τεχνοτροπία της τελευταίας συμφωνικής μου περιόδου (όπως και στην Εισαγωγή). Είναι γιατί θέλησα κυρίως να υπογραμμίσω μια μουσική απαγγελία στηρίζοντάς την πάνω σ' ένα βασικό ρυθμικό σχήμα. Γι' αυτό το λόγο ο Χορός απαγγέλλει ομαδικά κατά το πρότυπο του Αρχαίου Δράματος. Τελευταία, στη Ζάτουνα, επιχείρησα να δώσω την ορθή και οριστική μορφή στη χρήση του Χορού στο σημείο αυτό, διατηρώντας πάντως τη γενική μουσική αυτού του μέρους.

Δεν έχω πρόθεση να προβώ σε λεπτομερειακές μουσικολογικές αναλύσεις. Υπογραμμίζω μονάχα τα σημεία εκείνα που, κατά τη γνώμη μου, μπορούν κατά κάποιο τρόπο να επιβεβαιώσουν τις διάφορες απόψεις και σκέψεις μου. Ο μουσικός ή ο μουσικολόγος είναι σε θέση να εκτιμήσουν την καταγωγή και τη χρήση των μουσικών υλικών του “Άξιον Εστί”.

Όμως ο κοινός ακροατής, και μάλιστα στην έκταση που τον αναζητεί ένα κίνημα που έχει στόχο του τις μάζες, ενδιαφέρεται, πέρα από την επαφή και τη γνωριμία μου με το ίδιο το έργο (κι αυτό αποτελεί εξάλλου την καλύτερη σχέση ανάμεσα στο έργο και τον ακροατή) να εξοπλιστεί με κείνες τις αντιλήψεις – κλειδιά του ίδιου του δημιουργού, ώστε να το νιώσει και να το κατανοήσει πληρέστερα.

Θεωρώ τόσο τους ύμνους : “Τότε είπε”, “Τα θεμέλιά μου” και το “Ναό”, όσο και το τρίτο μέρος του έργου, ως τα πιο ολοκληρωμένα βήματά μου προς την περιοχή της μετασυμφωνικής μουσικής. Στα μέρη αυτά επιδίωξα βασικά να δημιουργήσω ένα καθαρά νεοελληνικό μουσικό κλίμα, πέρα από την περιοχή του λαϊκού τραγουδιού. Θέλησα οι ήχοι να μας αφορούν ως νεοέλληνες. Δηλαδή, να μας δένουν σφικτά με συναισθηματικές – ψυχικές και νοητικές καταστάσεις και με περιοχές γνώριμες και οικείες. Μιμούμενος τον ποιητή, προσπάθησα από την πλευρά μου να βρω την “κοινή φλέβα”. Μεταχειρίστηκα, για το σκοπό αυτό, ηχητικά υλικά με ρίζες καθαρά νεοελληνικές. Και έχω απόλυτα πειστεί ότι στο σημείο αυτό υπάρχει αφ' ενός μεν ένας απεριόριστος πλούτος στο αντικείμενο (νεοελληνικός ήχος), όσο και μια απεριόριστη δυνατότητα από μέρους των συνθετών, για την ολοένα και πιο πλούσια, πρωτότυπη και αποκλειστικά νεοελληνική χρήση του.

Παραδέχομαι ότι η δική μου συνεισφορά με το “Άξιον Εστί” είναι ενδεικτική. Εξάλλου, σε όλα αυτά τα χρόνια, μόνιμη και έμμονη σκέψη μου είχε γίνει η δυνατότητα να προωθήσω τα όποια μουσικά επιτεύγματα αυτού του έργου σε κάποιο άλλο παρόμοιο. Όμως, όπως είπα και πιο πριν, δεν είναι μόνο με το έργο, αλλά και με τη στάση του που πρέπει να δένεται με το λαό και με την εποχή ο ζωντανός δημιουργός. Με όσες και όποιες συνέπειες για τον ίδιο και για το ίδιο το έργο του!

Μια τέτοια συνέπεια υπήρξε και η εκ των πραγμάτων αδυναμία μου να αφιερώσω, ως αυτή τη στιγμή που γράφω, τον απαιτούμενο χρόνο σ' αυτή την προσπάθεια. Όμως, πρέπει να πω πως μου έλειψε ακόμα και το κατάλληλο ποιητικό κείμενο. Ζητούσα πάντα και εξακολουθώ να αναζητώ εκείνο το ποιητικό ή δραματικό έργο, που θα εκφράζει, με τον πιο άμεσο αλλά και καίριο τρόπο, μιαν από τις κορυφαίες, κάθε φορά, καταστάσεις του λαού μας και του καιρού μας.

Μια τέτοια ποίηση μου έμελλε να “συναντήσω” μέσα στους διαδρόμους και τα κελιά της Ασφάλειας και των φυλακών. Και αργότερα, στην εξορία της Ζάτουνας και στην άλλη εξορία στα πέρατα της γης και πιο ειδικά στα κείμενα του Χιλιανού Νερούντα.

Στον ύμνο “Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού” επιχείρησα να δώσω τη μορφή του μουσικού διαλόγου – ανάμεσα στον ψάλτη, τις φωνές και τα όργανα – στηριγμένος επάνω σε απλούς αντιστικτικούς κανόνες. Πιστεύω ότι αυτού του είδους η τεχνική δεν με απομάκρυνε από το νεοελληνικό μουσικό κλίμα, γεγονός που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν και στον τομέα αυτό, δηλαδή της αντίστιξης, πολλές δυνατότητες.

Στο τρίτο μέρος του έργου κυριαρχεί ο χορός τσάμικος. Μια σειρά όργανα, κρουστά, πιάνο, σαντούρι κλπ, χτίζουν από μέτρο σε μέτρο αυτόν τον χαρακτηριστικό νεοελληνικό χορευτικό ρυθμό. Και πάνω σ' αυτό το ρυθμικό – αρμονικό – ορχηστρικό θεμέλιο αναπτύσσεται από τη Χορωδία η καθαρά νεοβυζαντινή μελωδία για δύο φωνές, Πρίμο – Σεκόντο, κατά το πρότυπο του Επιτάφιου Θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής. Εδώ, όμως, τόσο η ίδια η δομή της μελωδίας και το σύνολο των ρυθμών (δεσπόζει η πολυρυθμική γραφή), όσο και η ρυθμική του αγωγή (tempo), του δίνουν τον αναγκαίο δοξαστικό χαρακτήρα.

Λίγα λόγια σχετικά με την ορχήστρα:

Μεταχειρίστηκα τα “συμφωνικά” όργανα (ξύλινα, έγχορδα, κρουστά) θα έλεγα με δέος. Γνωρίζω τώρα ότι είναι δυνατόν να βγάλουμε από αυτά ηχητικές καταστάσεις, που να προσιδιάζουν απόλυτα στο δικό μας νεοελληνικό μουσικό κλίμα. Και όπως είπα και πιο πριν, προς την κατεύθυνση αυτή θα ήθελα να δω να στρέφεται η προσπάθεια της καινούργιας γενιάς των συνθετών μας.

Πέρα από τα όργανα αυτά, χρησιμοποίησα, μέσα στη σημερινή ορχήστρα, τα μπουζούκια, τις κιθάρες, τα μαντολίνα και το σαντούρι, φυσικά, τα καθαρώς νεοελληνικά μουσικά όργανα δεν εξαντλούνται μονάχα σ' αυτά. Σημειώνω πρόχειρα την κρητική και ποντιακή λύρα, τη μαντόλα – λαούτο, τον άσκαυλο, το ελληνικό κλαρίνο (που χρησιμοποίησα πλατιά, μαζί με το σαντούρι, στην “Ηλέκτρα του Κακογιάννη). Το σαντούρι ιδιαίτερα μας δίνει αμέσως ένα ξεχωριστό μουσικό κλίμα, φτάνει να ξέρεις να το χρησιμοποιήσεις σωστά. Έχει πολύ μεγάλες ηχητικές – τεχνικές δυνατότητες και νομίζω ότι θα πάρει μια ξεχωριστή θέση κατά την ανάπτυξη της νεοελληνικής μετασυμφωνικής μουσικής.

Επανέρχομαι στο ποιητικό κείμενο.

Από όσα είπα πιο πριν, βγαίνει το συμπέρασμα ότι η προσπάθεια για τη δημιουργία και εδραίωση αυτής που αποκαλώ νεοελληνική μετασυμφωνική μουσική, θα είναι κοινή επιδίωξη του ποιητή και του συνθέτη. Δεν φαντάζομαι, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον, γνήσιο νεοελληνικό μουσικό έργο έξω από ποιητικό κείμενο (φυσικά, εννοώ πάντα “έργο μαζών”). Μοναδική εξαίρεση μπορεί να αποτελέσει η χορευτική μουσική, όπως μας έδειξε με τόση επιτυχία ο Χατζιδάκης, με τα έργα του τα βασισμένα σε καθαρώς νεοελληνικές μουσικές πηγές.

Το μετασυμφωνικό έργο είναι, για μένα, ποιητικό καταρχήν και σε συνέχεια μουσικό έργο. Επομένως η ευθύνη για τη δημιουργία του μοιράζεται εξίσου στους δημιουργούς του. Πρέπει να γίνει κοινή φροντίδα του ποιητή και του συνθέτη. Είτε του δραματουργού συγγραφέα και του συνθέτη.

Οι μάζες θέλουν ακόμα να “κατανοούν”, όχι μόνο αισθητικά, αισθησιακά και αφηρημένα, αλλά και λογικά και συγκεκριμένα. Δηλαδή, θέλουν να υπάρχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και ιδέες που να τις αφορούν και που να το κατανοούν απολύτως, ώστε να ταυτίζονται μαζί του απολύτως.

Μέσα σ' αυτό το έργο, ο Λόγος ολοκληρώνεται με την υπερλογική συνεισφορά της μουσικής. Ένα τέλειο αισθητικό οικοδόμημα δημιουργείται : το μετασυμφωνικό έργο.

ΚΡΗΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

“Η ολοκλήρωση της δημιουργίας του “Άξιον Εστί” με τη φωνοληψία του έργου, οροθετεί την παρουσία μου μέσα στο χώρο της λαϊκής μουσικής.

Το “Άξιον Εστί” συνοψίζει μόνο σε μια κορύφωση όλες μου τις σκέψεις, τις προθέσεις και τις απόπειρες σε ό,τι αφορά τη δημιουργία ενός νεοελληνικού λαϊκού μουσικού έργου.

Αυτό που γεννά ένα απέραντο κενό μέσα μου. Ένα δημιουργικό ΧΑΟΣ, που με καλεί σε μια απ' αυτές τις ηδονικές πτώσεις που έχουν τη γεύση της καταστροφής καθώς μας οδηγούν σε νέες μορφές ζωής.

Καιρός λοιπόν για περιπέτειες μέσα στον παρθένο χώρο των ήχων και των αινιγματικών νοημάτων.

Η μουσική ζωή του δημιουργού περνά απαρατήρητη ανάμεσα στην αδιάφορη περιέργεια του αδηφάγου κοινού. Όλοι ζητούν να με εξηγήσουν με μέτρα πεζά και κοινότοπα. Λείπει η φαντασία. Όμως λείπει προπάντων το πάθος και η αγάπη για τους κλυδωνισμούς και τα τραύματα μιας ευαισθησίας, που από την πληγή της αντί για αίμα ρέει το έργο τέχνης.

Με κατηγόρησαν και με κατηγορούν για τη βουλευτική μου ιδιότητα. Ξεχνούν πόσο οι ίδιοι που με κατηγορούν ταυτίστηκαν άλλοτε μαζί μου στις ώρες της επιστροφής στις ρίζες της φυλής με τη μορφή των σκληρών ήχων και των καίριων λέξεων. Κάνω λάθος; Δεν νιώθω ίσως καλά αυτή την ταύτιση; Ζω μέσα σε αυταπάτη;

Πάντως σας βεβαιώ πως δέχτηκα να μπω μέσα στην αίθουσα των τριακοσίων πατέρων του Έθνους σαν ένα κλαδί από πεύκο ή σαν ένα κομμάτι από βράχο. Σαν τη “μνήμη του λαού μου”. Και ελπίδα για ένα δίκαιο αύριο.

Ανήκω στην ΕΔΑ από πίστη στους νεκρούς και από φόβους για τους ζωντανούς. Ζήσαμε μαζί σε ώρες καίριες. Τί έχει απομείνει; Η εγκεφαλική παντοκρατορία των “αρχών”. Όμως η ψυχή υποφέρει. Η ζωή μας ζύμωσε βαθιά και μας χάραξε ανεξίτηλα.

Η Ελληνική Αριστερά σπαράσσεται από κρίση βαθιά. Οι χαρακτήρες συγκρούονται, οι ευαισθησίες διαφέρουν, οι ψυχές πολλές φορές πάνε να σπάσουν. Κι όμως, το κανάλι των “Αρχών” είναι βαθύ. Μας χωρά όλους. Και νεκρούς και ζωντανούς, και ημίνεκρους και ημιζωντανούς. Είμαστε τα τέρατα του “Πιστεύω” και του “Πρέπει”.

Πόσο θα πρέπει να μας θαυμάσει η ιστορία, όταν βάζουμε την ψυχή μας πάνω σε δεκανίκια για να μείνουμε πιστοί και ακλόνητοι. Κι ακόμα πιο πολύ αυτοί που είδαν σωστά, που βλέπουν σωστά. Δηλαδή αυτοί που μπορούν να δουν πίσω από την κορυφή του λόφου. Είναι λίγοι. Είναι καλοί. Και πρέπει να αυτοκτονήσουν σαν τον Μαγιακόφσκυ ή σαν τον Άρη.

Δεν έχω ακόμα αυτοκτονήσει. Ίσως γιατί δεν βλέπω ακόμα τόσο μακριά. Νιώθω όμως ότι όσο μπαίνω μέσα στο λαό, τόσο η όρασή μου οξύνεται. Και τότε τί θα γίνει;

Στη Βουλή πρωτοπήγα από καθήκον. Τώρα πηγαίνω από περιέργεια. Μεθαύριο ίσως δεν πηγαίνω καθόλου. Η ευθύνη, βλέπετε, μυρίζει σαν θυμάρι. Δεν μπορείς να μην το νιώσεις. Και στη Βουλή λειτουργεί θαυμάσια το αιρκοντίσιον. Κάθε λέξη – αληθινή, ουσιαστική – νιώθεις πως θα ηχήσει εκεί μέσα παράφωνα. Η συμφωνία εκεί είναι κακόφωνη.

Ο λαός παίρνει την ψυχή του με τα δυό του χέρια και μας της προσφέρει. Η ευθύνη ευωδιάζει σαν θυμάρι και η ψυχή το ίδιο. Όχι, δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για τέτοιες σοβαρές δουλειές. Ο λαός είναι γίγας και εμείς μυρμήγκια. “Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή”. Τότε θα πρέπει να παραιτηθώ; Ίσως!

Απ' όλους τους ανθρώπους, όσους έζησαν, θαυμάζω πιο πολύ τον Λένιν. Ο Λένιν ήταν οραματιστής, ήταν ποιητής. Ήταν ένας πολιτικός στην ανώτατη έννοια του όρου. Δηλαδή ποιητής.

Ας πάρουν το παράδειγμά του οι πνευματικοί μας άνθρωποι κι ας πιστέψουν με πάθος στη δύναμή τους. Ο Άνθρωπος και η Ελλάδα δεν είναι δουλειά λίγων πονηρών μυστικοσυμβούλων και μεσαζόντων “εθνικών”. Αυτός που κλείνει με οδύνη στην ψυχή του και την Ελλάδα και τον άνθρωπο, αυτός είναι άξιος και των δυονών.

Ας σκεφτούν πως ο χρόνος προχωρεί τώρα με τους ρυθμούς των δορυφόρων και η αγωνία του λαού μας φουσκώνει σαν την κοιλιά του ψόφιου ζώου. Δεν υπάρχει καιρός. Δεν υπάρχουν σωτήρες. Η υπόθεσή μας στα χέρια μας.

Η ευκολία του θανάτου με τρομάζει. Και με προκαλεί. Κάποιος νεκρός – όντας νεκρός – μου 'σφιξε το χέρι. Θέλω να πω ότι οπωσδήποτε αντιμετωπίζω τα γεγονότα και τους ανθρώπους με καινούργιο πρίσμα. Κατά συνέπεια αλλάζω κι εγώ μπροστά στα χιλιάδες ατομικά πρίσματα που με παρακολουθούν και με κρίνουν.

Με εκνευρίζει η ρηχότητα των συμπερασμάτων. Η οξύτητα της κριτικής, αντιθέτως, με οξύνει. Θα δικαιωθώ οπωσδήποτε. Όμως ζούμε στην Ελλάδα. Γι' αυτό οφείλω πρώτα να πεθάνω.

Η αλήθεια είναι ένα μέγεθος. Η ειλικρίνεια είναι ένα μέγεθος. Το θάρρος για την αλήθεια και την ειλικρίνεια μπορεί να σε οδηγήσει κάποτε μακριά από τους ανθρώπους. Γιατί υπάρχει αυτή η φοβερή αντίφαση. Σε οδηγούν με κλαδιά και σημαίες ώσπου να βάλεις το χέρι σου επί τον τύπον των ήλων. Και ευθύς και το βάλεις όλοι σε κοιτούν με απορία σαν να μην καταλαβαίνουν τι έκανες”.


Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

Τα τραγούδια του Επιτάφιου, από το 1 ως το 8, έχουν όλα την ίδια γραμμή, το ίδιο στυλ, τον ίδιο χαρακτήρα. Άλλωστε γράφτηκαν μονοκοπανιάς την ίδια μέρα, την ίδια ώρα. Όμως μια – δυο νότες εδώ, μια φράση εκεί, θυμίζουν διακριτικά πότε έναν πυρήνα από ένα μανιάτικο μοιρολόι ή ένα χαρακτήρα ριζίτικο. Το ίδιο όπως στις συνθέσεις των “κλασικών” της λαϊκής μας μουσικής (Βαμβακάρη – Τσιτσάνη – Μητσάκη), που μέσα στο ίδιο το λαϊκό διακρίνουμε άλλοτε την εκκλησιαστική μελωδία (“Συννεφιασμένη Κυριακή”, “Όταν μπαίνεις στην ταβέρνα” και το Νο 8 του Επιτάφιου), άλλοτε νησιώτικο τραγούδι (Ζέπος και το Νο 6 του Επιτάφιου). Αυτές οι επιδράσεις, αυτά τα “δάνεια” αποδεικνύουν ίσα – ίσα την ελληνικότητα της λαϊκής μελωδίας, γιατί τη δένουν, την κάνουν ένα κλαδί που είναι οργανικά δεμένο με τον κορμό – τη δημοτική, την ελληνική μουσική. Αυτά για το μελωδικό χαρακτήρα. Ο αληθινός ρυθμός έπρεπε να είναι 2/8+2/8+2/8+3/8, δηλαδή ζεϊμπέκικος. Η μελωδία – επηρεασμένη από την λαϊκή μας μουσική – έφερνε μέσα της οργανικά και τον λαϊκό ρυθμό.

Αυτή είναι η αλήθεια. Προσθέτω ότι τη βρήκα με τη βοήθεια του Μανώλη Χιώτη και χαίρομαι να ομολογήσω (δημόσια) ότι σ' αυτό το καινούργιο για μένα είδος υπήρξα ένας μαθητής.

Λέμε ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά. Το ίδιο και το μπουζούκι δεν κάνει το ρεμπέτη. Όπως σε όλα τα έργα τέχνης, η ποιότητα του ίδιου του έργου, το περιεχόμενο είναι το μόνο αξιόλογο κριτήριο. Μπορεί να είναι συμφωνία, κονσέρτο ή σονάτα και να μην υπάρχει ίχνος έμπνευσης και μπορεί να είναι συρτός, μπάλος ή ζεϊμπέκικος και να 'ναι γεμάτος έμπνευση...
Έχοντας συνειδητοποιήσει από που προέρχεται ο “Επιτάφιος”, οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά στο πρόβλημα της ορχηστρικής συνοδείας, δηλαδή στο μπουζούκι. Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη αλλά και ένα πείραμα.

Το πρώτο πάντρεμα της μουσικής μου με το μπουζούκι στον Επιτάφιο και αργότερα η συνεργασία μας στους επόμενους κύκλους : Λιποτάχτες, Επιφάνια, Αρχιπέλαγος, Πολιτεία, Τραγούδια του Μποστ κλπ., μου έφερε στη μνήμη την τελευταία “συνάντησή” μας με το Μανώλη Χιώτη.

1970 Ωρωπός

Η άνοιξη είναι αναποφάσιστη. Μια βρέχει, μια φυσά, μια κάνει λιακάδα. Σήμερα η μέρα είναι γιορτινή. Ο ήλιος λάμπει, η θάλασσα αστράφτει, τα πράσινα φύλλα ανατριχιάζουν.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό ξεχυθήκαμε στον περίπατο πλάι στο σύρμα. Τα φέρυ-μπόουτ, κάτασπρα, έρχονται κατά πάνω μας, λες και χορεύουν. Στα διακόσια μέτρα στρίβουν απότομα αριστερά και κρύβονται πίσω από το μώλο.

Σήμερα δεν είχαμε “επισκέψεις”. Μόνο μερικές παρέες στη μακρινή παραλία μας κρυφοκοιτάζουν. Σιγά σιγά ο περίπατος αραιώνει. Όλοι μας νιώθουμε την ανάγκη να πλαγιάσουμε, να παραδοθούμε στη θαλπωρή αυτής της ανοιξιάτικης μέρας.
Δεν θα 'χα κοιμηθεί μισή ώρα, όταν με ξύπνησαν.

- Στο μώλο μια παρέα τραγουδά τραγούδια σου και κοιτάζει κατά δώθε, θα 'ναι τίποτα φίλοι σου.
- Και οι φρουροί;
- Φαίνεται πως τους αρέσει. Χαζεύουν.
Ντύθηκα πρόχειρα και βγήκα. Ο σιγανός άνεμος κουβαλά στα φτερά του το “Σε πότισα ροδόσταμο, με πότισες φαρμάκι...”. Είναι δυο, είναι τρεις φωνές. Φωνές γνωστές. Πλησιάζω και κρεμιέμαι στο σύρμα. Κάποιος με χαιρετά. Σηκώνουμε τα χέρια μας ακόμα πιο ψηλά και γραπώνουμε το σύρμα. Ο φρουρός σκύβει και μου λέει:

- Δικό σας είναι το τραγούδι, κύριε Μίκη.
- Σαν ποιοί είναι; με ρωτά κάποιος συγκρατούμενος.
- Η φωνή του κάτι μου θυμίζει. Για κοίτα τον πως περπατά. Είναι ο Μανώλης Χιώτης.

Ο γνωστός ενωμοτάρχης που κυνηγά τους μακρινούς μου επισκέπτες ξεκίνησε από το Διοικητήριο και βγήκε από την πύλη. Τους κάνουμε σήματα να φύγουν. Εκείνοι όμως συνεχίζουν αμέριμνοι το τραγούδι τους.

Σε λίγο ο ενωμοτάρχης θα τους πλησιάσει, θα τους ζητήσει τα χαρτιά τους και θα τους οδηγήσει στο Διοικητήριο κι από εκεί στη Διοίκηση Χωροφυλακής, στη Νέα Ιωνία.

Μερικοί φίλοι στο πλευρό μου σιγοτραγουδούν μαζί με τον Χιώτη.

Ανατριχιάζω. Οι τέσσερις φίλοι μας στο μώλο έχουν κάτι το επίσημο. Κάτι το ιερατικό. Βαδίζουν αργά. Στέκονται. Μας κοιτάζουν πάντα επίμονα. Ξαναπροχωρούν. Τραγουδούν με ακρίβεια και ο γλυκός ανοιξιάτικος άνεμος φέρνει κοντά μας κι άλλοτε απομακρύνει τους αέρινους ήχους.

Θυμάμαι την πρώτη μας συνάντηση με τον Χιώτη, στο μικρό δωματιάκι – στούντιο της Κολούμπια, στην οδό Λυκούργου, στα 1959. έβγαλε με προσοχή το μπουζούκι του από τη θήκη. Το 'πιασε τρυφερά, σαν ένα μικρό εύθραυστο αγαπημένο πλάσμα. Και μετά. Και μετά το μικρό στούντιο γιόμισε με κρυστάλλινους καταρράκτες. Με ήλιους πολύχρωμους. Του 'παιξα τον Επιτάφιο.

- Εδώ, μου λέει, ο ρυθμός δεν είναι έτσι που τον παίζεις.
- Δηλαδή;
- Είναι ζεϊμπέκικος... Άκουσε την πενιά...

Κι ύστερα από το “Μέρα Μαγιού” βρέθηκαν και το “Βασίλεψες, Αστέρι μου” και το “Να 'χα τ' Αθάνατο Νερό” - βρέθηκαν κι αυτά ζεϊμπέκικα κι είναι η σαϊτένια πενιά του Μανώλη Χιώτη που τους βρήκε και τους έδωσε την αληθινή τους ψυχή.

Κι ήρθαν οι Λιποτάχτες, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία, τα Επιφάνια και δέθηκε για πάντα το μουσικό δαιμόνιο του Χιώτη με τη μουσική μου.

Όταν κάναμε μαζί μουσική τότε, επικοινωνούσαμε μονομιάς τόσο πυκνά, τόσο βαθιά, λες και χιλιάδες χρόνια πριν να πίναμε το ίδιο νερό, ν' ανασαίναμε τον ίδιο αέρα.

Και τώρα ο Χιώτης ξανά 'ρθε να με δεί.

Εγώ κλεισμένος στο σύρμα σαν αγρίμι, σαν κακούργος ή σαν πουλί.

Κι αυτός ήρθε απ' έξω να τραγουδήσει το αγαπημένο μας τραγούδι που τόσες φορές παίξαμε και τραγουδήσαμε μαζί και που το πήραν όλα τα χείλια και το φύλαξαν όλες οι καρδιές.

Γι' αυτό κι οι φύλακές μας ξέχασαν το όπλο κι άφησαν την ψυχή τους λεύτερη να πετάξει και να γίνει ένα με τους αιμάτινους ήχους – αίμα και φωνή της ρωμιοσύνης :

Πάρε μια βέργα λυγαριά
μια ρίζα δεντρολίβανο
και γίνε φεγγαροδροσιά
να πέσεις τα μεσάνυχτα
στη διψασμένη αυλή μου.

Ο ενωμοτάρχης τους πλησιάζει. Όμως φαίνεται, όταν έμαθε την ταυτότητα του Χιώτη, αρκέσθηκε σε μια απλή σύσταση.

Έτσι η παρέα φεύγει, αργά, επίσημα, ιερατικά. Πριν την κρύψει το μικρό άσπρο ψαράδικο σπίτι της παραλίας, σηκώνουν τα χέρια και μας χαιρετούν.

Αφήνουμε το σύρμα κι η καρδιά μας είναι βαριά σα σίδερο. Λες και το κορμί μας άδειασε από ψυχή κι έμεινε μόνο το αίμα και τα κόκαλα. Δεν μιλάμε. Πονάμε. Δεν κοιτάζουμε ούτε τον ουρανό, ούτε τη θάλασσα. Μόνο τη γη.

Την άλλη μέρα διαβάσαμε στον τύπο τον αιφνίδιο θάνατο του Μανώλη Χιώτη.

“Χθες επεσκέφθη τον Ωρωπό και ευθύς μετά τον περίπατο είχε την πρώτη καρδιακή προσβολή”.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Η συμφωνική μουσική υπήρξε η έκφραση τόσο μιας ορισμένης εποχής, όσο και ορισμένων λαών και ορισμένων κοινωνικών τάξεων. Έτσι λ.χ., στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του δικού μας αιώνα, το έντεχνο μουσικό και ιδιαίτερα το συμφωνικό έργο ήταν όχι μόνο το αποκλειστικό προνόμιο, αλλά και ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές της μεγαλοαστικής τάξης στην Ευρώπη.

Ακόμα και η διαδικασία της παρουσίασής της (ρεσιτάλ – συναυλίες) με τη γνωστή ατμόσφαιρα που δημιουργιόταν γύρω της, την κοσμικότητα, τους “θρύλους”, τους έρωτες και τις “αυλές” των μεγάλων καλλιτεχνών, τους κύκλους θαυμαστών κριτικών, φανατικών οπαδών, αντιπάλων κλπ. κλπ., με μια λέξη ο “τύπος” και ο μύθος που στήριζε και περιέβαλλε τις μουσικές εκδηλώσεις, απομάκρυνε ντε φάκτο κάθε ξένο προς την αριστοκρατία και τους περί αυτήν κοινωνικό στοιχείο.

Η συμφωνική συναυλία και το ρεσιτάλ ήταν για πολλές δεκαετίες αποκλειστικό προνόμιο των αστών και ιδιαίτερα των μεγαλοαστών. Οι αίθουσες συναυλιών, αληθινοί ναοί της μεγαλοαστικής κοσμικής ζωής. Όμως, πάνω απ' όλα, αυτό το μουσικό είδος, που ονομάζουμε απόλυτη μουσική, νομίζω ότι αυτό καθ' εαυτό – ξέχωρα φυσικά από την ιστορική του αξία, που κανείς δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει – αποτελεί, σαν πνευματικό δημιούργημα, μια ιδιόμορφη εκδήλωση, που ήρθε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό ωρίμανσης, ιστορικό και κοινωνικό, καθώς και σε συγκεκριμένο, όπως είδαμε, γεωγραφικό χώρο, κοινωνικό πλαίσιο και ιστορική στιγμή.

Παρατηρούμε επίσης ότι, ενώ το “Κοντσέρτο Γκρόσο” - με το οποίο κυρίως εκδηλώθηκε η ιταλική σχολή της Αναγέννησης – μας θυμίζει ακόμα φανερά τις λαϊκές μελωδίες και τα λαϊκά φωνητικά και οργανικά συγκροτήματα που, χωρισμένα συχνά στο χορό και στους κορυφαίους, τα συναντά κανείς σε όλα τα χωριά, τα πανηγύρια και τις γιορτές – τόσο η φούγκα όσο και η φόρμα “Σονάτα”, που βρήκε μεγάλη ανάπτυξη στον 18ο αιώνα, απομακρύνεται από τα λαϊκά μουσικά στοιχεία. Τελικά, αποτελεί ένα καθαρά ιδεατό μουσικό κατασκεύασμα, όπου, αντί για αφηρημένους εγκεφαλικούς συλλογισμούς, βάζουμε ήχους και όπου οι μουσικοί ήχοι εκφράζουν, γενικά και αφηρημένα, αισθήματα και ιδέες.

Παρακολουθώντας την οικονομική άνθηση και κοινωνική άνοδο των καινούργιων αρχόντων της Ευρώπης μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η “απόλυτη μουσική” αναπτύσσεται κι αυτή γοργά. Συγχρόνως, όμως, οι πλατιές λαϊκές μάζες μένουν απ' έξω απ' αυτό το μουσικό κίνημα, που παύει σιγά σιγά να τις εκφράζει, ενώ αυτές ούτε μπορούν αλλά ούτε και θα θέλουν, όταν θα μπορούν, να ανακαλύψουν μέσα σ' αυτό το κίνημα τον εαυτό τους.

Έτσι, όταν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η μουσική αυτή θα μπορέσει να πάει παντού, χάρη στο λονγκ – πλαίυ, το ραδιόφωνο, το μαγνητόφωνο και το τρανζίστορ, οι μάζες θα την δεχτούν σαν κάτι το θαυμαστό αλλά συγχρόνως και ξένο. Θα νιώσουν απέναντί της το δέος που νιώθουν συχνά οι επισκέπτες των ιστορικών μουσείων. Τίποτα πιο πολύ.

Γιατί σ' όλα αυτά τα χρόνια, που οι μεγάλοι συνθέτες ήταν εγκατεστημένοι μέσα και γύρω από τα μέγαρα των πλουσίων και περνούσαν τον καιρό τους μέσα στα σαλόνια τους, οι λαοί δεν έπαψαν ποτέ να έχουν τη δική τους μουσική, που εξέφραζε τα δικά τους συναισθήματα, το δικό τους “κόσμο”. Οι λαοί τραγουδούσαν πάντα τη δική τους μουσική γλώσσα, που βγαίνει κατευθείαν μέσα από την καρδιά τους και που μπαίνει κατευθείαν μέσα στην καρδιά τους.

Επομένως η σημερινή κρίση της συμφωνικής (και πιο γενικά της απόλυτης) μουσικής αποτελεί τη φυσική κατάληξη μιας μακροχρόνιας αντίθεσης, όπως είδαμε λίγο πιο πάνω. Γι' αυτό πιστεύω ότι, όσο και αν εκσυγχρονίσουμε ηλεκτροκινητοποιήσουμε αυτό το μουσικό είδος, δεν θα πάψει να αποτελεί ένα ξένο πνευματικό κόσμο για τις μεγάλες λαϊκές μάζες.

Και όσο αυτές οι μάζες θα βγαίνουν όλο και πιο πολλές, όλο και πιο ανεπτυγμένες, καλλιεργημένες και δυνατές στο προσκήνιο της ιστορίας, τόσο θα θέλουν και θα αναζητούν μια μουσική που να είναι εξ ολοκλήρου δική τους και όχι ένα ξαναζεσταμένο ή αναμασημένο φαγητό, προορισμένο εξ υπαρχής για άλλους.

Η μουσική αυτή, η δική τους, όπως ήδη είπαμε, είναι βασικά το λαϊκό τραγούδι. Κι αυτό – πέρα από τη χώρα μας με τα γνωστά αποτελέσματα και εμπειρίες πάνω σ' αυτόν τον τομέα – το φανερώνει η εκπληκτική επιτυχία του αγγλόφωνου λαϊκού τραγουδιού, ιδιαίτερα ανάμεσα στην παγκόσμια νεολαία, όπως το απέδωσαν μια σειρά λαϊκά συγκροτήματα, ερμηνευτές και συνθέτες, από τους Μπητλς έως την Τζόαν Μπαέζ και τον Μπομπ Ντήλαν.

Όμως εμείς, εδώ στην Ελλάδα, πιστεύω ότι προχωρήσαμε ένα, ίσως και δύο βήματα παραπέρα:

α) Παντρεύοντας τη λαϊκή μας μουσική με τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση
β) Καθιερώνοντας τον κύκλο τραγουδιών.
γ) Με την προσπάθεια για μια μετασυμφωνική μουσική.
δ) Με την προσπάθεια για μια σύγχρονη λαϊκή τραγωδία, που να βασίζεται στο λαϊκό μας τραγούδι.

ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ

Είναι γνωστά τα επεισόδια που δημιούργησαν (μας λιθοβόλησαν) οι διάφοροι “άγνωστοι” στο συγκρότημά μας, στη Νάουσα ( Οκτώβριος 1961). Αφού προηγουμένως η Χωροφυλακή έφερε ένα σωρό εμπόδια και αποπειράθηκε – στα Τρίκαλα – να λογοκρίνει την εκδήλωση. Η περιοδεία του συγκροτήματος διακόπηκε και καταγγέλθηκαν οι ενέργειες αυτές από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών σαν πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο την καλλιτεχνική ελευθερία. Τότε δήλωσα σχετικά τα παρακάτω στην “Επιθεώρηση Τέχνης”:

“Χωρίς άλλο, θα πρέπει να έχω μια εντελώς διαφορετική ιδέα από πολλούς άλλους για το τί είναι ο καλλιτέχνης και ποιά θα πρέπει να είναι η αληθινή στάση και αποστολή του μέσα στην πολιτεία. Το γράφω αυτό γιατί, τελευταία, κάθε μου ενέργεια εντελώς φυσική και δικαιολογημένη – κατ' εμέ – γίνεται αντικείμενο όχι μόνο συζητήσεων και αντεγκλήσεων, αλλά πολεμικής και άρνησης από πολλούς – όχι βέβαια τους κομπλεξικούς, γιατί αυτούς δεν πρέπει να τους υπολογίζει κανείς – μα από καλλιτέχνες και άλλους καλής πίστης ανθρώπους – σχεδόν φίλους.

»Το χάσμα είναι ευρύ και αμφιβάλλω αν αυτά τα λίγα λόγια βοηθήσουν αποτελεσματικά, όχι βεβαίως να γεφυρωθεί, αλλά να επισημανθεί. Όμως τα γεγονότα της Νάουσας επιβάλλουν μια σύντομη τομή των “πιστεύω”, που τελικά θα καταξιώσει ή θ' απορρίψει η πράξη. Και καταρχήν πιστεύω ότι ο ρόλος του καλλιτέχνη πρέπει να προσαρμόζεται στα βασικά σχήματα και ανάγκες της πολιτείας αφενός και να αντιστοιχεί στα πόδια και τα προβλήματα της Τέχνης αφετέρου.

»Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένας τύπος του ιδανικού καλλιτέχνη, αλλά πολλοί. Για να περάσω, χωρίς χρονοτριβές, στη μουσική Ελλάδα του 1961, επισημαίνω: πρώτον, την οργανωτική ανυπαρξία για μια συστηματική και επαρκή μουσική τροφοδοσία του λαού μας και, δεύτερον, έλλειψη αισθητικών αρχών, που να καθοδηγούν και να διοχετεύουν μέσα στο αναγκαίο σχήμα της ελληνικότητας τη σύγχρονη ελληνική σύνθεση.

»Σε μια τέτοια ιστορική περίοδο, που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε “ηρωική” (με την έννοια ότι αξιώνει τρομερές προσωπικές θυσίες), ο καλλιτέχνης καλείται, επί ζημία του δημιουργικού έργου του, να επισπεύσει την πορεία των ιδεών και να οδηγήσει σε λύσεις. Τα κέρδη θα είναι τεράστια, αν αποβλέπουμε πράγματι στη δημιουργία μιας αξιόλογης μουσικής αναγέννησης, που δεν μπορεί να είναι εφικτή, παρά μόνο κάτω απ' αυτές τις δύο προϋποθέσεις: ότι δηλαδή η καλλιέργεια του κοινού θα έχει φτάσει σε ικανά επίπεδα, ώστε να μπορέσει να βγάλει στην επιφάνεια όλες τις κρυμμένες μουσικές ιδιοφυΐες και να δεχτεί το έργο τους. Και ότι, ακόμα, το αισθητικό χάος θα έχει διαδεχτεί ένας φωτισμένος μουσικός 

– καλλιτεχνικός – ελληνικός ιδεολογικός δρόμος.

»Από δω και πέρα ανήκει στον καλλιτέχνη η επιλογή των μέσων και των μεθόδων.
»Πέρα όμως από τη στάση του καλλιτέχνη μέσα στο χώρο και τον περίγυρο της τέχνης, πιστεύω ότι έχει να παίξει και ένα ρόλο σχεδόν αποφασιστικό (αυτό εξαρτάται από την επιρροή του) μέσα σε όλες τις διαδικαστικές λειτουργίες της πολιτείας. Και δεν είναι μόνο η φροντίδα του για να περιφρουρήσει την τέχνη του, δηλαδή τον εαυτό του, αλλά και να αποδείξει ότι είναι μόριο ζωντανό μέσα στο σώμα της κοινωνίας – αιμοδοτείται από αυτήν και λειτουργεί γι' αυτήν.

»Και πως είναι δυνατόν αυτή η λειτουργία της δημιουργίας να περιορίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία εν πάση περιπτώσει διακοσμητικά, μετά από αφαιρετική διαλογή και να μην προχωρεί ως τις ρίζες των σχέσεων; Εντελώς ξεχωριστά, όταν και η πολιτεία διατρέχει τις “ηρωικές” της περιόδους, ο σύνδεσμος αυτός είναι υποχρεωμένος ιστορικά να πλουτιστεί με τα βαθύτερα και πλέον ουσιαστικά του στοιχεία.

»Μαζί με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη δοκιμάσαμε τη γοητεία και τη δύναμη της επαφής με το λαό μας. Δώσαμε μπροστά του την ψυχή μας χωρίς ενδοιασμό και μας άνοιξε ευθύς τη δική του δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Καλλιτέχνης και κοινό (αληθινό και διόλου επιλεγμένο) ενώπιος ενωπίω.

»Αυτή η επαφή δίνει το αίσθημα του ιλίγγου και τη γεύση της απόλυτης χαράς – αυτής που είναι καρπός δημιουργικού εναγκαλισμού και όχι απλοϊκών ανακοινώσεων και αποδοχών.

»Σε τέτοια στάδια σχέσεων σφυρηλατούνται οι χαρακτήρες και τα έργα, σφυγμομετρείται η εποχή και φυτεύονται ο σπόροι μιας μελλοντικής αναγεννητικής καλλιτεχνικής δημιουργίας.


 »Είμαστε βεβαίως πεπεισμένοι ότι θα πρέπει να εξαντλήσουμε την αφομοίωση του λαϊκού μας πολιτισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο από τις ρίζες του δέντρου που αργά ή γρήγορα θα υψωθεί προς το φως. Κι αυτό το τελευταίο μπορεί μόνο να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τη στάση μας. Δηλαδή το πείσμα μας να κρατηθούμε στις επάλξεις αυτού του σχήματος των σχέσεων που διαλέξαμε στην επαρχία μας, ως τη στιγμή που οι λιθοβολισμοί κάποιου πληρωμένου αλήτη (έκφραση εντούτοις μιας εφήμερης και ξένης προς το εθνικό σώμα μαφίας) ήρθαν να κόψουν προσωρινά το νήμα της επαφής. Θα γυρίσουμε ωστόσο σύντομα και θα είμαστε, το ελπίζω, περισσότεροι μια και πιστεύουμε ότι ο πιο σύντομος δρόμος για τη σωστή γνώση του εαυτού μας, της τέχνης και της εποχής μας περνά από τα μακρινότερα χωριά της πατρίδας μας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πάρτε μέρος στον διάλογο.

Σχόλια υβριστικά και σχόλια που δεν έχουν σχέση με το περιεχόμενο της εκάστοτε ανάρτησης, όπως επίσης και σχόλια που προκαλούν εντάσεις και διαπληκτισμούς, θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Επίσης ανώνυμα σχόλια δεν θα αναρτώνται.