Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΥ: ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Με αφορμή τη παρουσίαση ενός εξαιρετικού, αλλά όχι και τόσο γνωστού στο ελληνικό κοινό, έργου του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού, "Κατά Σαδδουκαίων", τη προσεχή Τετάρτη (27/11/2013, Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης), σας παραθέτουμε μία δική μας παρουσίαση/ανάλυση του έργου.

Οι Συντελεστές το Θεοδωρακισμού
25 Νοεμβρίου 2013


Ακολουθεί η πρόσκληση της παρουσίασης:

Το Περιοδικό & οι Εκδόσεις Οδός Πανός και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης σας προσκαλούν στην παρουσίαση του τεύχους 160 του περιοδικού αφιερωμένου στον Μίκη Θεοδωράκη και στην προβολή της ταινίας του καθηγητή Μάκη Βαρλάμη «Κατά Σαδδουκαίων». 
Την Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013, στις 19:00 (ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ), στο Θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.
Μιλούν:
Κ. Γεωργουσόπουλος, Μ. Ανδρουλάκης, Χ. Θλιβέρη (επιμελήτρια τ.χ.) και ο τιμώμενος Μίκης Θεοδωράκης
Ο Γιώργος Χρονάς συνομιλεί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάκη Βαρλάμη για τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό και την ταινία «Κατά Σαδδουκαίων». 
Ακολουθεί η ταινία του Μάκη Βαρλάμη, ο οποίος έρχεται από τη Βιέννη όπου ζει, ειδικά για την παρουσίαση.
Την εκδήλωση συντονίζει ο Γιώργος Χρονάς.

Ποίηση:  Μιχάλης Κατσαρός,

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
‘Έργο αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Δεσποτίδη


ΟΙ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΟΙ

Θρησκευτική, πολιτική αίρεση των Ιουδαίων, που εμφανίζεται κατά τον 2ο αι. π.Χ. Στηριζόταν στην εκκλησιαστική, αγροτική και πολιτική αριστοκρατία, στους ανώτερους υπαλλήλους και στους πλούσιους εμπόρους. Οι Σαδδουκαίοι κατέλαβαν διοικητικές θέσεις στην εκκλησία και την πολιτική ζωή και έγιναν το πολιτικό στήριγμα των Χασμοναίων. Είχαν μεγάλες διαφορές με τους Φαρισαίους στα ζητήματα της λατρείας. απέρριπταν την προσκόλληση των Φαρισαίων για την υπερβατικότητα του Θεού, οι Σαδδουκαίοι πίστευαν στην ανθρώπινη μορφή του και απέρριπταν τη διδασκαλία για το πεπρωμένο και την ανάσταση των νεκρών, την αθανασία της ψυχής κ.ά. Δίδασκαν ότι ο Θεός δεν επεμβαίνει στα ανθρώπινα και πίστευαν στην ελευθερία της βούλησης και την ελευθερία του ανθρώπου να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και τι κακό. [1]

Μίκης Θεοδωράκης και Μιχάλης Κατσαρός
 
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΘΕΤΗ 

Η αντίληψη μιας σύγχρονης μουσικής τραγωδίας διακατέχει τα τρία έργα αυτής της περιόδου (1980-’83), την «Τρίτη και την « Έβδομη Συμφωνία», καθώς και το « Κατά Σαδδουκαίων ».  Και τα τρία έργα στηρίζονται πάνω σε ποιητικά κείμενα , που σηματοδοτούν τη γενική ευαισθησία που διαπερνά το κάθε έργο, αλλά που προπαντός αποτελούν την ιδεοκρατική-στοχαστική ραχοκοκαλιά που γύρω της «χτίζεται» το ηχητικό οικοδόμημα . 


Σέβομαι και νιώθω το σύγχρονο μέσο ακροατή, τον καθένα και ιδιαίτερα τον Έλληνα. Επειδή γνωρίζω ότι η γενική μουσική του αγωγή δεν του επιτρέπει ακόμα (εξάλλου είναι ένα ανοιχτό πρόβλημα αν θα τού το «επιτρέψει» ποτέ)να ταυτίζεται με απόλυτες μουσικές φόρμες, στηρίζω τη μουσική μου πάνω σε «ζώντα» ποιητικά κείμενα, που κι εκείνον τον βοηθούν να ανακαλύπτει με τη βοήθεια του λόγου και της λογικής την ιδεοκρατική ταυτότητα τού έργου αλλά κι εμένα με εξυπηρετούν διπλά. 

Πρώτον, γιατί ο μουσικός στοχασμός αναπηδά πλουσιότερα- για την προσωπική μου ευαισθησία- μέσα από την ποιητική ευαισθησία του κειμένου.  

Και, δεύτερον, γιατί χρησιμοποιώ έτσι την ανθρώπινη φωνή (χορωδία, σολίστ, απαγγελία), που τη θεωρώ στοιχείο πολύτιμο, για να μην πω απαραίτητο, στην επικοινωνία της μουσικής με τον σύγχρονο μέσο ακροατή. 

Δεν θεώρησα το «Κατά Σαδδουκαίων» σαν συμφωνία (τώρα το βλέπω) επηρεασμένος ασφαλώς από φορμαλιστικές καταπιέσεις… Γιατί κατά τα άλλα, ως μουσικό στοχαστικό έργο, κατά τη γνώμη μου, έχει όλα τα στοιχεία αυτού που αποκαλώ σύγχρονη μουσική τραγωδία. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας των ποιημάτων με οδήγησε αναγκαστικά σε επτά μουσικά μέρη, διαφορετικά στην επιφάνεια το ένα από το άλλο.

Όμως κάτω από αυτές τις επιφανειακές «διαστάσεις», υπάρχει το ενιαίο τραγικό στοιχείο καθώς εκφράζεται μέσα από τις θέσεις και αντιθέσεις του τραγικού προσώπου απέναντι σ’ ένα καίριο πρόβλημα του καιρού μας – το πιο καίριο θα έλεγα-, το πρόβλημα της Εξουσίας. Είναι η τραγωδία της ελεύθερης συνείδησης που μπορεί να συμφιλιώνει το αίμα με το τριαντάφυλλο, τη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος κι εμείς είμαστε καταδικασμένοι να τον αγαπούμε και να τον τρέφουμε με το αίμα μας, πατώντας με απελπισμένη πίστη πάνω στα καρφιά του.  

Αν οι νέοι μας σήμερα κατανοούσαν σωστά αυτή τη σκληρή διαλεκτική του καιρού μας, πολλά πράγματα θα ήταν για πολλούς ευκολότερα. Μα κι αυτή η «σκοπιμότητα» να έλειπε, εγώ πάλι θα συνέθετα του «Σαδδουκαίους» γιατί με εκφράζουν. Όχι σαν άτομο αλλά σαν γενιά. Κι όχι οποιαδήποτε γενιά. Αλλά τη γενιά του Εμφυλίου. Των νέων κομμουνιστών που σήκωσαν ένα βουνό κι όταν αυτό τους έλιωνε κάτω από το συντριπτικό του βάρος οι νέοι το δόξαζαν γιατί ήξεραν ότι το βουνό αυτό ήταν μαζί λαός και ιστορία. 

Θα ήταν κάτι παραπάνω από βεβήλωση, σκέτη ιστορική μυωπία, να εγκαταλείψει κανείς το πάθος των «Σαδδουκαίων» και να εκφυλίσει το μέγεθος σε πεζά επεισόδια είτε φτηνή ανεκδοτολογία. να το συγκεκριμενοποιήσει.  Τότε θα έπρεπε να διαλύσουμε τον Παρθενώνα για να δούμε την «ουσία» των υλικών. 

Είναι, λοιπόν, το «Κατά Σαδδουκαίων » μια μορφή σύγχρονης τραγωδίας που, για λόγους καθαρά συμβατικούς, της δίνω την ονομασία της καντάτας[2]

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Ταχυδρόμος, το 1983, ο συνθέτης αφηγείται: 

« Αν κάτι πρέπει να επισημάνω από αυτό το έργο είναι οι μεγάλες τεχνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χορωδία. Κι αυτό γιατί ενώ στη χρήση των χορωδιακών μερών, σ’ όλα  μου ανεξαιρέτως τα έργα είμαι «συντηρητικός» -δεν χειρίζομαι τις ανθρώπινες φωνές, δηλαδή, σαν μουσικά όργανα- σ’ αυτό ειδικά το έργο φτάνω στα όρια της τεχνικής μου. Τα χορωδιακά μέρη τραγουδιώνται με μεγάλο κόπο. Κι αυτό γιατί ήθελα να φωτίσω όσο το δυνατόν πιο βίαια, μέσω της χορωδίας, την καταπατημένη βούληση του ποιητή, αν δεχτούμε ότι η χορωδία αντιπροσωπεύει το μεγάλο πλήθος, τον κοινωνικό ιστό…»[3]
 
Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1983, για την 9η Μπιενάλε του Βερολίνου, της τότε Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ήδη από το 1982, ο Θεοδωράκης αναγνωρίζεται ως συνθέτης συμφωνικής μουσικής και μπορεί να επιβληθεί  ως τέτοιος[4]

Πρώτη παρουσίαση: 23/2/1983, Metropol-Theater Berlin, Ματάφραση στα γερμανικά: Dirk Mandel. Joachim Vogt (τενόρος), Herman Christian Polster (μπάσσος). Jürgen Freier (βαρύτονος), Friedrich Wilhelm Junge (αφηγητής), Rundfunkchor Berlin (δισασκαλία χορωδίας Dietrich Knothe, Berliner Sinfonie Orchester, υπό τη διεύθυνση του Hans-Peter Frank.[5]
 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ GUY WAGNER ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το ποιητικό έργο που έγραψε ο Μιχάλης Κατσαρός στα 1951 και που διάβασε ο συνθέτης ένα χρόνο αργότερα τον συγκλόνισε, στάθηκε γι αυτόν μια πραγματική αποκάλυψη. Στο εν λόγω κείμενο, ένας στρατευμένος αριστερός αγωνιστής καταφέρνει να αποδώσει σε όλη της την ένταση την απομυθοποίηση της γενιάς του-γενιάς της Αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς, τους Εγγλέζους, τους Αμερικάνους, τους φασίστες, τους Συνταγματάρχες, τους αντιδραστικούς. Η απομυθοποίηση αυτή δεν ενσαρκώνει μονάχα την αποτυχία της επανάστασης κατά του ξένου εχθρού αλλά κυρίως τη διάψευση του αγώνα στους κόλπους της ίδιας της οργάνωσης. 

Ο Θεοδωράκης έχει λοιπόν κάθε λόγο να ταυτίζεται με το παρόν έργο, καθώς παραδέχεται ότι «οι Σαδδουκαίοι […] με εκφράζουν. Όχι σαν άτομο αλλά σαν γενιά». 


Ο Αστέρης Κούτουλας δικαιολογημένα κάνει λόγο για τα «πάθη μιας γενιάς», για την «απέλπιδα οδύνη του ατόμου»: 
« Η μεταστροφή κατά το 2ο π.Χ. αιώνα της μερίδας του κράτους που αποτελούσαν οι Σαδδουκαίοι –μία από τις τέσσερεις φιλοσοφικές σχολές μεταξύ των Φαρισαίων, των Ζηλωτών και των Εσσαίων, σύμφωνα με τον Φλάβιο Ιώσηφο-σε μια ραδιούργα, καιροσκόπο ομάδα του ιερατείου της Ιερουσαλήμο και που, από τον 6ο μ.Χ. αιώνα, συνεργάστηκε με τους Ρωμαίους, φανερώνεται να συμβολίζει –στην ακραία της μορφή- τις προσωπικές εμπειρίες του Μιχάλη Κατσαρού». 

Κατά προέκταση, ο συνθέτης και οι σύντροφοί του στον αγώνα συμμερίζονται τη συντριβή του ποιητή. Απηχεί τον προσωπικό εσωτερικό πόνο όσων επέζησαν της Μακρονήσου, που δυσκολεύτηκαν να επανενταχθούν στην κοινωνία: 

Εντέλει, οι μεγάλοι επαναστάτες απέκτησαν το έργο τους, το ευαγγέλιό τους. Μέχρι τώρα δεν είχαν κάτι παρόμοιο, αν και το είχαν απόλυτη ανάγκη. Είναι το ευαγγέλιο των επαναστατών που λιντσαρίστηκαν. Είναι η ουσία μιας πληγωμένης γενιάς που έχει ως πιο πολύτιμη κληρονομιά της τις ίδιες της τις πληγές[6].   

Ο Κατσαρός υπήρξε -κατά την κρίση του Θεοδωράκη- ο πρώτος που «είχε το θάρρος να ξεστομίσει ιδιαίτερα πικρές αλήθειες για εκείνη την εποχή». (Μ.Θ.)

«Στον Κατσαρό, το λαϊκό γίνεται παγκόσμιο. Αυτό σημαίνει ότι το λαϊκό διαλύεται σε εκατομμύρια μικρές ακίδες που διασκορπίζονται στο σύμπαν. Οι εμπειρίες του κατσαρού είναι σαφώς ελληνικές αλλά ταυτόχρονα είναι κα πανανθρώπινες και αφορούν όλο τον κόσμο. Η μουσική μου έπρεπε ακόμα να αγγίξει ένα άλλο στάδιο όπου τα λαϊκά στοιχεία θα εκρήγνυντο κι εγώ θα κατακτούσα μια πιο προσωπική γραφή». (Μ.Θ.) 

Μετά την ανάρρωσή του στην Κρήτη, μετά τον εμφύλιο πόλεμο ο Θεοδωράκης είχε περάσει πολλούς μήνες στο σπίτι του Κατσαρού κι έκτοτε ο συνθέτης σχεδίαζε να μελοποιήσει το ποίημα που τον είχε τόσο συγκινήσει. Το 1967 έκανε κάποια προσχέδια, το πραξικόπημα όμως τον εμπόδισε να το πραγματοποιήσει, μιας και χάθηκαν όταν αναγκάστηκε να βγει στην παρανομία. Κάποια άλλα αποσπάσματα γραμμένα στη Ζάτουνα χάθηκαν όταν ο Μίκης οδηγήθηκε στο στρατόπεδο του Ωρωπού κι αργότερα στο Παρίσι, όπου στάθηκε αδύνατον να βρει τις σημειώσεις του. 

Μονάχα μετά την επιστροφή του, την εποχή που ο αντιστασιακός που άλλοτε τον θαύμαζαν αλλά τώρα τον υποψιάζονταν για «συνεργάτη» του Καραμανλή αδικούνταν καταφανώς, ο Θεοδωράκης βρήκε το δρόμο που τον οδήγησε στην τελική μουσική επεξεργασία του Κατά Σαδδουκαίων: «Τότε αισθάνθηκα ικανός, πνευματικά και τεχνικά, να καταπιαστώ με το κείμενο και να συνθέσω ένα τέτοιο έργο». (Μ.Θ.)

Η σύνθεση ακολουθεί τη σειρά των τίτλων που δίνει ο Κατσαρός στο κείμενό του και χωρίζεται σε επτά μέρη: Το σχήμα μου-Τυφλή εποχή- Έπρεπε τώρα- Δωριείς- Στο νεκρό δάσος- Ξανθός όμορφος-Κατά Σαδδουκαίων και τελειώνει με το στίχο: 

Η θέλησή μου καταπατήθηκε τόσους αιώνες.

Ο Θεοδωράκης, φέρνει αντιμέτωπο το κοινό του με μια καινούρια γλώσσα, πρωτόγνωρη για το ακροατήριο αλλά όχι τόσο για τον ίδιο το συνθέτη. Με την ημιτελή Σουίτα αρ. 4  στα τέλη της δεκαετίας του ’50, είχε φτάσει σ’ αυτό το στάδιο της σύνθεσης κι εκεί έκοψε το νήμα, το οποίο εδώ προσπαθεί να επανασυνδέσει με την προγενέστερή του συμφωνική δημιουργία. Η αρχή στο Κατά Σαδδουκαίων αποτελείται από αποσπάσματα της Σουίτας αρ. 4, κι ακόμα ξανασυναντάμε στοιχεία από τον Οιδίποδα Τύραννο. Όλα όμως τα παραπάνω συστατικά πλάθουν με θαυμαστό τρόπο μια νέα μουσική γλώσσα. 

Αυτή η μουσική γλώσσα ταιριάζει απόλυτα με τον πολυσύνθετο κείμενο. Απηχεί το μείζον δογματικό ζήτημα αναφορικά με γεγονότα που καλύπτουν δύο χιλιετίες –ξεκινώντας από την Ιερουσαλήμ των Σαδδουκαίων, συνεχίζοντας με τη Ρώμη, το Βυζάντιο, τη Γαλλική Επανάσταση, και φτάνοντας έως τις μέρες μας. Εδώ καταλύεται ακόμα και η μουσική καθαρότητα των προηγούμενων έργων του. Η εύθραυστη τραχύτητα της μουσικής και των χορωδιακών του Θεοδωράκη αντικατοπτρίζει την αμφισημία του κειμένου. Συγκρατημένη στις άμεσες εντυπώσεις που προκαλεί, η μουσική οδηγεί τον ακροατή σε μια νέα ψυχική κατάσταση, την οδύνη. Κι ακριβώς αυτή η οδύνη αποτελεί το περιεχόμενο και την ουσία του έργου! 

Η ένταση παραμένει ένα σταθερό στοιχείο τού λαϊκού αυτού ορατορίου: από το κεντρικό θέμα του πρώτου μέρους «Το σχήμα μου» μέχρι το ρυθμό 5/8 που κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το τελευταίο μέρος, το «Κατά Σαδδουκαίων» και το τελικό γκλισάντο… « η τελευταία νότα δεν θα μπορούσε να ήταν η τελευταία λέξη». (Peter Zacher).  

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

18/9/1988, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Κώστας Πασχάλης, Θάνος Πετράκης, Φραγκίσκος Βουτσίνος, Νίκος Τζόγιας (αφηγητής). Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία Χορωδίας: Έλλη Νικολαΐδη), υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού[7]

18/10/1991 Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τους ίδιους συντελεστές.


ΤΑ ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ


ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ
Θα προσπαθήσω να δώσω το σχήμα μου
όπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θα σκεφτώ υπόχρεος απέναντί σου
θα στήσω τη φοβερή ομπρέλα μου
με τις μπαλένες απ᾿ το πρόσωπό μου
μαύρη υγρή ακατανόητη
απ᾿ τον καιρό που ήτανε ασπίδα
που ήταν ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.
Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη
τ
ων ανθρώπων
κα
ι παρεμβαίνουν οι θύελλες
παρεμβαίνει τ
ο πλήθος
τ
ο στήθος μου
τ
ο τρομερό ηφαίστειο που λειτούργει
κατ’
από πέτρες.
Τ
α φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμονα
μα
ύρα υγρά ακατανόητα
παραμένουν
επίσημα
σ
αν σαρτεβάλια.
Όσο απ τις μικρές καλύβες να γελούν
όσο ο χωρικοί να μπαίνουν στα εργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ
᾿ αφήσουν εποχή οι ένδοξες μέρες
όλα τ᾿ απόκρυφα χειρόγραφα θα επιστραφούν
από σοφούς και μάντεις.
Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν έχομε τίποτα να σας πούμε.
βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πιθήκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ανακατωμένοι οι βρίγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούρια
αθόρυβη βροχή
όπου συντρίβει
όπου ανθίζει τα χέρια μας απ’ τις δικές σας πληγές
όπου γεμίζουν τ’ άδεια μας σταμνιά
κερί και μέλι.
Κάποτε θ’ ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα ρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα σωπάσουν
καιθ’ ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκηπες με σάλπιγκες και νέες στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι…».
Περιμένετε αυτή τη φωνή.
Έτσι θ’ αρχίζει. 
ΤΥΦΛΗ ΕΠΟΧΗ
Άγνωστη μέρα δείξε μας το πρόσωπο σου.
Κάτω
στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά
τόση βουή με καταρράχτες
ακούγονται να σπάζουν επιφάνειες
κατρακυλάν στις φλέβες μας ποτάμια -
εγώ
με φωτεινό το μέτωπο να χάνομαι
να μην μπορώ να καταλάβω
πως γίνηκε ν’ αναζητάμε όραμα
τώρα που όλα στερεώθηκαν επίσημα
τώρα που ένας πρίγκιπας επέθανε
τώρα που οι δείχτες ύψωσαν τα φέρετρα
κει που βουλιάζουν οι αετοί τις ώρες.
Δείξε μας δείξε μας το μπόι σου
μέρα με τις πληγές ορθές στο βάδισμα σου
εγώ μαζί με τον Βλαδίμηρο
θα σε στεγάσουμε
να μη φοβάσαι
οι άλλοι πέτρωσαν δίπλα στους χωροφύλακες
έντρομοι θα σαλπίσουν
θα κλείσουν οι πύλες
θα κλείσουν τα τείχη
θα παρατάξουν τα στρατεύματα
εσύ θα τους διαπερνάς αθόρυβα
θα προβαδίζεις
και πίσω θα σ’ ακολουθούν
οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Ιουδαίοι
οι Ισπανοί πριν προδοθούν τα όνειρα
οι Γάλλοι μεταλλωρύχοι
ο σύντροφος μου Γκαρώ πριν γίνει διευθυντήριο
οι πρόεδροι θ αλλάξουν έντρομοι τα διατάγματα
οι άλλοι θα υποκρίνονται τους έμπιστους
εγώ μαζί με την ακολουθία μου
θ’ ανακηρύσσομαι ήρωας
το αργυρό σπαθί των ιπποτών θα λάμπει
ο πρίγκιπας ένα χλωμό παιδί με πορφυρούν
χιτώνα
πάλι θα στερεώνονται οι αυλοκόλακες
κ’ εγώ θα φεύγω
θ’ αναζητάω έντρομος την όψη σου.
Κάτω
στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά.
Ακούω νάρχεται καινούργιο βήμα.

ΕΠΡΕΠΕ ΤΩΡΑ
Έπρεπε τώρα να κάνω αυτό το διάβημα.
Ο πύργος χωρίς τους φρουρούς χωρίς υπαλλήλους
υψώθηκε όλος μπετόν και αδιάτρητα τα τεράστια
τείχη.
Έπρεπε τώρα να βρω τα κλειδιά που πέταξαν
μες στο βαθύ πηγάδι οι υπηρέτες φεύγοντας.
Γύρω στα τείχη πιο ψηλότερα απ το μπόι μου
τα άδεια δωμάτια χρόνια τα στόλιζα
με πράσινες λάμπες
έψαχνα στα σκονισμένα υπόγεια
κουβάλαγα σπάνιες πέτρες σπάνια γέλια
σπάνιο θάνατο
όμως ανέβαιναν οι ποταμοί με μουσικές
πλημμύριζαν το μεγάλο σαλόνι
κ’ εκεί όλα μαρμάρωναν.
Χρόνια ανάμεσα σε μάρμαρα
οι άγρυπνοι λύχνοι δε φώταγαν
όλο και απουσίαζαν.
Όμως επέμενα.
Τους συνωμότες τους χτύπησα.
Δεν έδινα το λόγο στα πουλιά.
Εγώ εξουσίαζα.
Το κεντρικό σημείο – η πλεκτάνη των χεριών
ενώ οι ήρωες έπεφταν
η επαφή των γονάτων -,
Δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία για τούτο το
πλάσμα σου;
Απάντησε μου εσύ – η κρητική προφορά σου
αντίθετη
η σταχτοπράσινη στολή σου αντίθετη -.
Τα σκοινιά δεν κατάλαβες στο λαιμό μας;
Τώρα πως βρέθηκα σε τούτον τον πύργο
εγώ
το πιο καλό σου παιδί
πως βρέθηκα μόνος χωρίς υπηρέτες
χωρίς τα κλειδιά και τα γέλια.
Δεν βρίσκω το ρήγμα σ’ αυτό το μπετόν
σ’ αυτά τα παλιά πηγάδια -
στις ρίζες έψαξα παντού
κλειστές και δε μιλάνε.

ΔΩΡΙΕΙΣ
Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
ανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς
ντυμένος την περιλάλητη αμφίεση τους
όπως εκείνος που ποζάριζε σ’ ένα μουσείο
ακίνητος – θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες _
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.
Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας;
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη;
Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώρια μου
οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες-
να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλύτη
εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα
ο θερμός ανταλουσιάνος
μέσα σ’ αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας.
Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.
Εκείνοι το κατάλαβαν πρώτοι-
τα σιδερένια χέρια τους λέγανε προσευχές
κατέλαβαν τη μια πόλη μετά την άλλη
άφιναν φρουρούς παντού
κλείναν τις πύλες
οι πέτρινες εντολές περιφέρονταν σε λιτανεία-
ώσπου στο τέλος με ξέχασαν.
Και τώρα – απ’ έξω απ τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης -
κοιτάζω τούτη την πόλη που την περικύκλωσαν
τα φρούρια
αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά -
κοιτάζω κ’ υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ’ ακούσουν.
Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική.
Κι έτσι απόμεινα με γεμάτα τα χέρια
αυτό το βαρύ δυναμίτη
που ώρα σε ώρα σκάζοντας θα με τινάξει.
Γι αυτό είναι που γυρίζω τρέχοντας
από σταθμό σε σταθμό
από τοίχο σε τοίχο
γεμάτος με δύναμη άχρηστη
και ξέρω πως σπαταλιέται.
Γι αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου
αυτές τις ξερές ημερομηνίες
μήπως αστράψει κάποτες μια λύση.
Αυτό δε λέει πως μπορεί πάντα ν’ απουσιάζει.

ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ
Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
το ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται.
Τώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσσονται
χειραψίες
φρικτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές υποκλίνονται.
Τώρα πεθαίνουν.
Ω Ρόζα Λουξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.
Ω Τέλμαν, Τάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυικά πρόσωπα
ελάτε.
Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας μας περιπαίζουν.
Εγώ έχω μέσα στη θύμηση μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμηση μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Μαγιακόφσκυ που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πως βγήκανε πάλι απ’ τη φωτιά
ο Κος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Κος πρέσβυς;
Και τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
πως θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
Ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;

ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ
Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις  σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
και άσημο επισκέπτη-
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
γράμματα
του Δεκριανού-
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
πρόσωπα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα
να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει το άλογό σου-
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασιλείου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνομωσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά
οπλοστάσια-
συγκάλεσε εκτάκτως τη Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.
Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
καπηλειά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία-
όμως-να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να στάσεις με υπομνήματα
τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείες να σου απορρίπτουν
την αίτηση-
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κ’ εσύ αφομοιώθηκες;

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ΄τον προνάρθηκα του Ναού
Απ΄την φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.
Τους ύπατους εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου-
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.
Τους άλλους απ΄την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ΄άλογά τους απ΄τον κάμπο μου
δεν μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφιναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
την θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.
Τώρα κ΄εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύχτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν την βασιλεία τους
νέοι πρίγκηπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του αυτοκράτορος
ετοιμάζουνε κρυφά να παραδόσουν
να παραδόσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.



[1] Από το ένθετο του δίσκου. Αρχείο ραδιοφώνου ΕΡΑ, Έκδοση 1999

[2] Μίκης Θεοδωράκης, Η Ανατομία της Μουσικής, Εκδ. Γνώσεις, Αθήνα 1990, σ.σ. 41-42.
[3] Ένθετο του δίσκου.
[4] Wagner Guy, Μίκης Θεοδωράκης, Μια ζωή για την Ελλάδα. Εκδ. Τυπωθήτω-Παραφερνάλια, Αθήνα, Απρίλιος 2002, σ. 344.
[5] Μίκης Θεοδωράκης, Μελοποιημένη ποίηση, Τόμος Β΄, Ύψιλον Βιβλία, Αθήνα 1998, σ. 277
[6] Wagner, Μίκης Θεοδωράκης….Σχόλιο του Peter Zacher στην ηχογράφηση του LP ETERNA 8 27 851, σ.355
[7] Μελοποιημένη ποίηση

*Τα έντονα γράμματα στο κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη, από εμάς. 


Ολόκληρο το έργο (σε επτά μέρη), στο κάτωθι link:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πάρτε μέρος στον διάλογο.
Σχόλια υβριστικά και σχόλια που δεν έχουν σχέση με το περιεχόμενο της εκάστοτε ανάρτησης, όπως επίσης και σχόλια που προκαλούν εντάσεις και διαπληκτισμούς, θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επίσης ανώνυμα σχόλια δεν θα αναρτώνται.